ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΠΟΡΤΡΕΤΟΥ ή ΔΗΜΗΤΡΑΚΗΣ ΜΑΝΤΖΑΡΟΠΟΥΛΟΣ

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΠΟΡΤΡΕΤΟΥ ή Δημητράκης Μαντζαρόπουλος.


(Αποσπάσματα από το βιβλίο του Ν. Χουλιαρά  "ΜΠΑΚΑΚΟΚ").
Ο καφενές του Καμπούρη άχνιζε μέσα στο χειμωνιάτικο απόγευμα καμμιά δεκαριά ακακίες πιο πέρα. Το χιόνι έφθανε μέχρι τα μισά της δημόσιας κρήνης...
Ο Δημήτριος Μαντζαρόπουλος πήγαινε παρέα με τον Δημήτριο Μαντζαρόπουλο τρίζοντας πάνω στο χιόνι....
"Τι είναι αυτό που βλέπουμε Δημητράκη! Φίδι στο χιόνι; Άστα αυτά άστα και πάμε"
Νά ΄χαμε, λέει, τσιγάρο Δημητράκη ν΄ανάψουμε! Φλογίτσα στην άκρη στο στόμα. Να έτσι Τσαφ!..
Και πλησίαζε στον καφενέ ο Δημήτριος Μαντζαρόπουλος, γόνος οικογενείας αρχετύπου χριστιανικής, της οδού Χειμάρας, τελειόφοιτος του Ελληνικού, δραπετεύσας εκ της πατρώας οικίας προ πολλών ετών. Εγκατασταθείς δε μονίμως εις εγκαταλαλειμμένον παλαιόν όχημα, πλησίον της λίμνης, παρά την περιοχή "Ταμπάκικα", διήγε βίον αντικοινωνικόν.
Έσπρωξε σιγά την πόρτα του καφενέ ο Δημητράκης και μπήκε μέσα. Τους είδε όλους να κάθονται στη ζέστη, παρέες - παρέες και να καπνίζουν σπάταλα.....
Πήρε μια καρέκλα και κάθισε. Απέναντί του ο Ιορδάνης. Χοντρέμπορος αλλαντικών - ιερωμένος των χρημάτων - καλοβαλμένος και ήσυχος, μ΄ένα πακέτο τσιγάρα άθικτο μπροστά του....
Κι ο Δημητράκης στην καρέκλα, μόνος του εκεί και ακέραστος....
Ήτανε βλέπεις κι εκείνο το πακέτο με τα τσιγάρα πάνω στο τραπέζι του Ιορδάνη, που δεν τον άφηνε να σκέφτεται για πολύ άλλα πράγματα. Άσπρο, ολόασπρο, με κόκκινη ρίγα και είκοσι τσιγάρα
Έμεινε για λίγο σιωπηλός, κι ύστερα παίρνοντας θάρρος ξαφνικά, σηκώθηκε απότομα και πήγε στο τραπέζι του Ιορδάνη. Στάθηκε από πάνω του σα να κρεμόταν πάνω από πηγάδι.
.....με μιά λάμψη ειρωνίας του μίλησε με τον τρόπο που θα απευθυνόταν κανείς, όχι σε πρόσωπο συγκεκριμένο, αλλά σε κάποια δημόσια υπηρεσία. ¨Με συγχωρείτε. Θα είχατε μήπως την καλοσύνη να μου εμβάσητε εν σιγαρέτον δια να το καπνίσω προ του γεύματος;"
Ο Ιορδάνης διέκοψε για λίγο την κουβέντα και χωρίς να γυρίσει το κεφάλι προς τον Δημητράκη, πήρε από το πακέτο ένα τσιγάρο και του τό δωσε.
Ο Δημητράκης πήρε το τσιγάρο και το ακούμπησε αργά τελετουργικά σχεδόν, στην άκρη από τα χείλια του. Κι ήτανε από χαρτί φίνο, λέει, κι από μέσα χορταράκι καπνός , κι άμα έκανες κι άναβες σπίρτο, έκανε τσαφ!.. κι ύστερα τράβαγες μέσα και κατέβαινες με τον καπνό, κάθετα κι ωραία.
... Στάθηκε πάλι από πάνω του όπως και πριν και του ξανάπε:
"Με συγχωρείτε που σας γίνομαι κατά κάποιο τρόπο φορτικός. Μήπως , εάν δεν σας ενοχλεί, θα μπορούσατε να μου εμβάσητε ακόμη εν σιγαρέτον δια να το καπνίσω μετά το γεύμα;


.."Πάρε ρε Δημητράκη. Πάρε ακόμη ένα."


..."Μου επιτρέπετε να σας υποβάλω μια ερώτησιν;"


"Λέγε, ρε Δημητράκη. Αϊντε λέγε, τι θέλεις;"


"Θα ήθελα να σας ερωτήσω, εάν μπορείτε να μου αποδείξετε ότι σίγουρα είστε καλύτερος από μένα!"


Κι ο Ιορδάνης με το πρόσωπο κόκκινο ακόμη από τα γέλια:
"Οχι ρε Δημητράκη! Μα την Παναγία , όχι."
"Ε τότε!... γιατί να μην πάρω εγώ το πακέτο με τα σιγαρέτα και ν΄αφήσω σ΄εσάς έν σιγαρέτο δια να καπνίσετε μετά το γεύμα!"
Άπλωσε αποφασιστικά το χέρι κι άρπαξε το το πακέτο.
..πήγε μέχρι την πόρτα, την άνοιξε, και βγήκε στο δρόμο.
Ο Δημήτριος Μαντζαρόπουλος πήγαινε στο δρόμο παρέα με το Δημήτριο Μαντζαρόπουλο, χρόνια τώρα. Και πήγαινε φτύνοντας. Μέσα του και έξω του, πουφ - πουφ, καταπώς έφτυνε η παλιά δημόσια κρήνη, κι εκεί, στην άκρη στο πικρό του στόμα έφεγγε η μικρή φλογίτσα.
Γηροκομείο - Γυαλί Καφενέ - Ταμπάκικα.
Ούφ, ξεφτιλισμένη Μαρία.


Όπως γράφω και στην αρχή τα αποσπάσματα που διαβάσατε είναι από το βιβλίο του Γιαννιώτη συγγραφέα Ν. Χουλιαρά. Ο Δημήτρης Μαντζαρόπουλος  υπαρκτό πρόσωπο  τον πρόλαβα τη δεκαετία του 70 σχεδόν γέρο να τριγυρνά κάτω στη Σιαράβα (συνοικία κάτω στη λίμνη). Προσπάθησα πολλές φορές να τον φωτογραφήσω αλλά δεν καθόταν με τίποτε και βέβαια έτρωγα και τις ανάλογες βρισιές κάθε φορά που προσπαθούσα.
Χειμώνας του 77. Κάθε μέρα παγωνιά 10 , 12 βαθμούς κάτω από το μηδέν. Η λίμνη είχε παγώσει και κάναμε βόλτες με τα πόδια.
Με μια μηχανή στο χέρι έκανα βόλτες και φωτογράφιζα. Ο Μαντζαρόπουλος εκεί, αντιστεκόταν σταθερά.
Μετά από πολύωρα βόλτα και με τέτοιο κρύο συχνά κατέληγα στα Ναυτάκια (καφενείο στη Σιαράβα το οποίο έχει ανακαινισθεί και έχει γίνει πολύ in σήμερα) τότε συχνάζαμε λίγοι. (Εγώ με το φίλο το Στέφανο τον Παπά είμαστε μόνιμοι θαμώνες). Πίναμε κανένα τσιπουράκι να ζεσταθούμε και μετά ξανά βόλτα με τη μηχανή κρεμασμένη. Παρατήρησα λοιπόν ότι πολλές φορές εμφανιζόταν και ο Μαντζαρόπουλος και καθόταν σ΄ένα τραπεζάκι έξω περιμένοντας μήπως τον κεράσει κάποιος κανένα καφέ. Ένα απόγευμα λοιπόν κρύφτηκα με τη μηχανή έτοιμη πάνω σε ένα πλάτανο απέναντι από την πόρτα. Μόλις έφτασε ο Μαντζαρόπουλος και του φέραν τον καφέ τράβηξα. Ακούστηκε το κλικ αυτός κοίταξε καχύποπτα γύρο και αφού δεν είδε κανένα ησύχασε. Περίμενα ήπιε τον καφέ του και μόλις έφυγε κατέβηκα κι εγώ και εξαφανίστηκα.
Ίσως είναι και η μοναδική φωτογραφία αυτού του γραφικού τύπου και τώρα μετά από τόσα χρόνια την δημοσιεύω εδώ.


4 σχόλια:

  1. Η επαναστατική έρωτηση του κυρ Δημητράκη "μπορείτε να μου αποδείξετε ότι είστε καλύτερος από μένα" είναι όλα τα λεφτά...

    Αν τα είχε μοιραστεί τα τσιγάρα, θα ήταν η απόλυτη επανάσταση...
    Έστω κι έτσι, μας δείχνει το δρόμο...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Εξαιρετικό το άρθρο σου. Μας γυρίζει πολλά χρόνια πίσω και μας θυμίζει κι άλλους γραφικούς τύπους που υπήρχαν στην πόλη μας!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Πολύ ωραίο το κείμενο του Νίκου Χουλιαρά , ίσως του μοναδικού που "αποκρυπτιγράφησε" τον Δημητράκη.... Πολύ ωραία και η φωτογραφία !!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή